ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ/ΡΟΥΜΑΝΙΑ - ΔΙΤΡΟΧΟΣ ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ
Για πολλούς συμπατριώτες μας ένα ταξίδι στις περιοχές του
Εύξεινου Πόντου (και ειδικότερα στα τουρκικά παράλια) αντιπροσωπεύει ένα προσκύνημα στην αλησμόνητη γη των πατεράδων τους. Αν κρίνουμε μάλιστα από τον μύθο του Φρίξου και της Έλλης, όπως και από την Αργοναυτική εκστρατεία, στη λεκάνη του Εύξεινου Πόντου αναπτύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων ένα από τα πιο μακρινά αλλά ιδιαίτερα συμπαγή κομμάτια του ελληνισμού, που έμελλε να πρωταγωνιστήσει μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Παραφθαρμένα ελληνικά τοπωνύμια, γερασμένα νεοκλασικά αρχοντικά, χριστιανικές εκκλησίες, ερειπωμένα μοναστήρια, αρχαία μνημεία, μύθοι και θρύλοι αποτελούν σήμερα τις τελευταίες μαρτυρίες της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας, που δυστυχώς βαδίζει στη δύση της. Αυτά ακριβώς είναι που θέλω να προλάβω και να καταγράψω με τις αισθήσεις μου επισκεπτόμενος τον Εύξεινο Πόντο.
Έτσι, με την λευκή ΚΤΜ «ετοιμοπόλεμη», ξεκίνησα τις πρώτες μέρες του Αυγούστου για τον Γύρο του Εύξεινου Πόντου, με σκοπό να ταξιδέψω σε 6 χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία).
Η παραθαλάσσια πόλη Μπουργκάς υπήρξε ο πρώτος σταθμό μου στην Βουλγαρία. Πρόκειται για την ελληνική αποικία Πύργος, που ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα στη θέση όπου υψωνόταν ένας παλιός βυζαντινός πύργος.
Η Μπουργκάς κατοικείτο ως τις αρχές του 20ου αιώνα από χιλιάδες Έλληνες (το 1906 ήταν περίπου 10.000 Έλληνες σε σύνολο 30.000 κατοίκων της πόλης). Εδώ γεννήθηκε και ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, του οποίου ο πατέρας καταγόταν από την κοντινή Βάρνα.
Μόλις 110 χλμ. βορειότερα βρέθηκα κατόπιν στην Βάρνα, την τρίτη σε μέγεθος πόλη της Βουλγαρίας. Η κίνηση που αντιμετώπισα καθοδόν από τους καλοκαιρινούς παραθεριστές –ντόπιους και ξένους- ήταν τρομερή, αφού η παράκτια ζώνη της Βουλγαρίας θεωρείται η τουριστικά πιο αξιοποιημένη περιοχή της χώρας.
Η Βάρνα αποτελεί την οικιστική και ιστορική συνέχεια της αρχαίας Οδυσσού (το όνομά της μάλλον προέρχεται από τον Οδυσσέα), αποικία την οποία ίδρυσαν το 585 π. Χ. οι αρχαίοι Μιλήσιοι.
Στους δρόμους της Βάρνας, η λευκή ΚΤΜ σταμάτησε μπροστά στον Καθεδρικό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, στις αρχαίες Θέρμες, στο Ναυτικό Μουσείο και στο εκπληκτικό μπαρόκ κτήριο της Όπερας.
Και από την Βουλγαρία, πέρασα κατόπιν στην Ρουμανία, στην Κωνστάνζα.
Από τη γνωριμία μου πάντως με το βασικότερο λιμάνι της Ρουμανίας δεν ενθουσιάστηκα, αφού η Κωνστάντζα δεν διεκδικεί τουριστικές δάφνες και τίτλους. Σύγχρονο κέντρο αλιείας και σπουδαίος εμπορικός κόμβος, η παρευξείνια ρουμανική πόλη φημίζεται για την μεγάλη εμπορευματική κίνηση του λιμανιού της, με όλες τις αρνητικές όμως συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.
Η συνέχεια της διαδρομής προς την Ουκρανία αναγκαστικά με οδήγησε προς την ενδοχώρα της Ρουμανίας, καθώς έπρεπε να παρακάμψω το εκτεταμένο Δέλτα του Δούναβη. Περνώντας έτσι από τις πόλεις Tulcea, Braila και Galati βρέθηκα τελικά στα σύνορα της Ουκρανίας (230 χλμ. βορειοδυτικά της Κωνστάνζα).
Πρωτίστως, είχε μεσολαβήσει κι ένα μικρό πέρασμα μέσα και από το έδαφος της Μολδαβίας (μόλις 2 χλμ!!). Αρχικό προορισμό στην Ουκρανία είχα σημειώσει στον χάρτη την Οδησσό, τη πόλη της Φιλικής Εταιρίας…
ΟΥΚΡΑΝΙΑ / ΡΩΣΙΑ – ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΒΟΤΚΑ
Η Οδησσός του «Θωρηκτού Ποτέκμιν» με μύησε στα άδυτα μιας αισθησιακής πόλης που αιώνες τώρα ανασαίνει την αύρα του Εύξεινου Πόντου. Αυτή η πόλη της Ουκρανίας, με το απάνεμο λιμάνι και την χαρισματική αμφιθεατρική θέση, αποτελούσε άλλη μια ψηφίδα –από τις σπουδαιότερες ίσως– στο πολυσχιδές μωσαϊκό της αποικιακής Οδύσσειας του ελληνισμού στα παράλια του Εύξεινου Πόντου.
Η παρουσία πάντως του ελληνισμού εδώ ήταν διάχυτη, την ένιωθα παντού. Στο διατηρητέο κτήριο της Φιλικής Εταιρίας συνάντησα τον Υψηλάντη, τον Μαρασλή, τον Ψυχάρη και πολλούς άλλους ονομαστούς εκπροσώπους της ακμάζουσας ελληνικής παροικίας. Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, που στο νου μου ήρθαν ασυναίσθητα οι στίχοι του Εμπειρικού: «Καημένη Οντέσσα, και καημένη, κατακαημένη Ρωσία, εσύ η πλατυτέρα όχι των ουρανών, μα σίγουρα όλων των χωρών…».
Μετά την Οδησσό, οδήγησα ανατολικά προς τα ρωσικά σύνορα, περνώντας από τις πόλεις Mykolajiv, Cherson, Melitopol, Berdjansk και Maryupol. Μεσολάβησαν 700 χλμ. επίπεδου τοπίου μέχρι να αντικρίσω τους Ρώσους τελωνειακούς. Γρήγορος ο έλεγχος των εγγράφων μου, ενώ χρειάστηκε να βγάλω και ασφαλιστική κάλυψη για την λευκή ΚΤΜ. Πρώτη ρωσική διανυκτέρευση στην κοντινή πόλη Rostov-na-Don, η οποία φιλοξενείται από τον 15ο αιώνα στις όχθες του ποταμού Don.
Ο περίτεχνος ναός της Παναγίας, που ύψωνε αγέρωχα στον ρωσικό ουρανό τους χρυσοποίκιλτους τρούλους της, φιγουράριζε στην πρώτη θέση της λίστας των αξιοθέατων της παραποτάμιας πόλης.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα αφόρητης υγρασίας και ζέστης, ταξίδεψα στη συνέχεια προς την παρευξείνια πόλη Soshi (650 χλμ.). Καύσωνας στην Ρωσία; Μάλλον, αφού το θερμόμετρο τις δυο τελευταίες μέρες έδειχνε σταθερά τους 42ο C.
Η Soshi –και όχι άδικα– φημίζεται ως η …«Χαλκιδική» της Ρωσίας στον Εύξεινο Πόντο! Άρτια τουριστική υποδομή, οργανωμένες παραλίες και έντονη κοσμοπολίτικη ζωή συνθέτουν την ταυτότητα της πόλης των Χειμερινών Ολυμπιακών αγώνων του 2013. Τι με εξιτάρισε περισσότερο στη Soshi; Οι Ρωσίδες…
Μετά τη Soshi όμως, για να συνεχίσω την παρευξείνια διαδρομή μου έπρεπε να πάρω …πλοίο. Λόγω του προβλήματος της Αμπχαζίας-Οσετίας και του ρωσο-γεωργιανού πολέμου το 2008, τα σύνορα Ρωσίας-Γεωργίας παραμένουν κλειστά, αποκλείοντας κάθε οδική πρόσβαση στους ξένους ταξιδιώτες. Έτσι, στο λιμάνι της Soshi, επιβιβάστηκα σε ένα σαπιοκάραβο, που μετά από ένα ταξίδι 15 ωρών με μετέφερε στην Τραπεζούντα της Τουρκίας…
ΤΟΥΡΚΙΑ - ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΧΑΜΕΝΕΣ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ
Στην Τραπεζούντα αποβιβάστηκα παραμονές Δεκαπενταύγουστου. Κατά την παρουσία μου όμως εδώ, στάθηκα τυχερός αλλά συνάμα και άτυχος! Για πρώτη φορά –μετά από 88 χρόνια– θα τελούνταν θεία λειτουργία στην κοντινή Μονή Παναγίας Σουμελά από τον οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Μια πραγματικά ιστορική στιγμή για τον ποντιακό ελληνισμό.
Το γεγονός όμως αυτό είχε προσελκύσει χιλιάδες ορθοδόξους προσκυνητές στην Τραπεζούντα. Δρακόντεια τα μέτρα ασφαλείας, γεμάτα όλα τα ξενοδοχεία (βρήκα δωμάτιο σε απόσταση 70 χλμ., και μόνο για μια νύχτα!), δεκάδες πούλμαν με πιστούς από Ελλάδα, Ρωσία και Αρμενία, προβληματική –ως αδύνατη– η πρόσβαση στον μοναστηριακό συγκρότημα του Πόντου. Ήταν ένα σκέτο δράμα!
Με συντροφιά το γαλάζιο σεντόνι του Εύξεινου Πόντου -και την πυξίδα να δείχνει σταθερά δυτικά- η ακούραστη
ΚΤΜ συνέχισε την πορεία της για την Σαμψούντα. Οδοιπορούσα πλέον σ’ ένα γεωγραφικό χώρο, όπου τα μεγάλα αστικά κέντρα της διαδρομής μου -σχεδόν ως την Κων/πολη- έλκουν την καταγωγή τους απευθείας από τις αρχαίες ελληνικές αποικίες: Giresun (Κερασούντα), Tirebolu (Τρίπολη), Samsun (Σαμψούντα), Sinop (Σινώπη).
Μάταια έψαξα στην Σαμψούντα να ανακαλύψω κάποιες ελάχιστες μαρτυρίες από την εποχή της ελληνικής παρουσίας και ακμής. Ο μητροπολιτικός ναός της Αγίας Τριάδας, το καμάρι των Ελλήνων της Σαμψούντας, είχε προ πολλού κατεδαφιστεί, ενώ κάποια γερασμένα νεοκλασικά κτίρια των αρχών του 20ου αιώνα, που ίσως ανήκαν σε Έλληνες ή Αρμένιους εμπόρους, ασφυκτιούσαν ανάμεσα σε άχαρες πολυκατοικίες.
Και μετά τη Σαμψούντα, πορεία για Σινώπη, μια από τις πρώτες ελληνικές αποικίες του Εύξεινου Πόντου, την οποία ίδρυσαν τον 8ο π. Χ. αιώνα οι Ίωνες-Μιλήσιοι. Σύμφωνα πάντως με την μυθολογία, πρώτος οικιστής της πόλης υπήρξε ο αργοναύτης Αυτόλυκος, ενώ το όνομά της –πάντα κατά την μυθολογία– οφείλεται σε μια από τις βασίλισσες των Αμαζόνων. Μέχρι τον 19ο αιώνα, η Σινώπη ήταν το σημαντικότερο λιμάνι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Μαύρη Θάλασσα, ρόλο που επωμίσθηκε στη συνέχεια η γειτονική Τραπεζούντα. Πριν τις διώξεις του 1914-1916 και την ανταλλαγή των πληθυσμών (1922), υπήρχε εδώ μια αρκετά δραστήρια και ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που αριθμούσε περί τους 5000 Έλληνες (σε σύνολο 14.000 κατοίκων της πόλης).
Μέχρι την Σινώπη, ο καλοσχεδιασμένος οδικός άξονας «έτρεχε» αρκετά κοντά στο επίπεδο της θάλασσας. Εδώ, η παρευξείνια ακτογραμμή, με μικρές απότομες παραλίες, βραχώδεις ορμίσκους και κρύα νερά, σίγουρα δεν αποτελούσε την ιδανικότερη λύση για τους λάτρεις της θάλασσας. Αντίθετα, στη διαδρομή
Sinop–Inebolu–Amarsa, ο στενός δρόμος, άλλοτε με οδηγούσε μέσα στην καταπράσινη ενδοχώρα και άλλοτε με έσπρωχνε στην άκρη του γκρεμού, εκατοντάδες μέτρα πάνω από την θάλασσα.
Με την άφιξη της ΚΤΜ στην Κων/πολη, το παρευξείνιο οδοιπορικό της ιστορίας και της μνήμης είχε αγγίξει την ολοκλήρωσή του. Αφήνοντας όμως τη ματιά μου να περιπλανηθεί για τελευταία φορά στο βάθος του υγρού ορίζοντα, συγκλονισμένος αντίκρισα να αναδύονται μέσα από τα ασάλευτα νερά του Εύξεινου Πόντου δεκάδες ιστορικά μνημεία, μύθοι, θρύλοι, αρχαιοελληνικές αποικίες, γενναίοι Αργοναύτες και χαμένες πατρίδες…Έτσι όπως τα είχα βιώσει, ταξιδεύοντας με τη δίτροχη Αργώ μου στα νερά του Εύξεινου Πόντου…
|