ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ
Είναι αλήθεια ότι είχαμε αρχίσει να εκνευριζόμασταν. Για περισσότερο από είκοσι λεπτά, μαζί με αρκετά άλλα οχήματα βρισκόμασταν ακινητοποιημένοι στη μέση του στενού επαρχιακού δρόμου. Υπομένοντας μια σιγανή εκνευριστική βροχή, περιμέναμε στωικά τις τρεις αγελάδες που είχαν ξαπλώσει στη μέση του οδοστρώματος να μας «αδειάσουν» το δρόμο! Αυτές όμως το «χαβά» τους! Τελείως ατάραχες, αναμασούσαν βαριεστημένα την τροφή τους και μας κοιτούσαν κατάματα με το γνωστό …σπινθηροβόλο βλέμμα τους!
Κατά παράξενο τρόπο, για όσο χρονικό διάστημα περιμέναμε, κανείς από τους δεκάδες σταματημένους οδηγούς δεν τόλμησε να τις απομακρύνει, ή έστω να κορνάρει! Βλέπετε, οι αγελάδες στην Ινδία θεωρούνται ιερά ζώα και απολαμβάνουν τον σεβασμό και την προστασία των ντόπιων. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό μας να τις πλησιάσουμε ή να τις αγγίξουμε. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση, οι ντόπιοι θα μας λυντσάριζαν αμέσως!
Κάποια στιγμή, ως εκ θαύματος, τα ιερά τετράποδα σηκώθηκαν και με νωχελικό ρυθμό απομακρύνθηκαν από το οδόστρωμα, παραδίδοντας τον δρόμο ξανά στην κυκλοφορία. Επιτέλους, ξεκινούσαμε και πάλι τη πορεία μας.
Για δεύτερη μέρα, οδηγώντας στη διαδρομή από τα ινδο-πακιστανικά σύνορα προς την πρωτεύουσα Νέο Δελχί, βιώναμε μια απερίγραπτη οδική εμπειρία πέρα από κάθε λογική. Στους κυκλοφοριακά κορεσμένους οδικούς άξονες της πολυπληθέστερης χώρας του κόσμου, η οδήγηση έμοιαζε μ’ ένα αδιάκοπο, κουραστικό σλάλομ ανάμεσα στο πολυάριθμο και ετερόκλητο πλήθος του δρόμου.
ΙΕΡΟ ΤΡΙΓΩΝΟ
Ένας διακαής πόθος και μια βαθειά ριζωμένη λαχτάρα είχαν οδηγήσει τα δίτροχα βήματά μας ως τις μακρινές Ινδίες. Ανέκαθεν θέλαμε να γνωρίσουμε την μυστηριώδη βασίλισσα της Ανατολής και να την εξερευνήσουμε διεξοδικά, με πυξίδα τα ίχνη του
Μαχάτμα Γκάντι και πηγή έμπνευσης η «Μαχαμπαράτα», το μεγαλύτερο επικό ποίημα στον κόσμο. Θέλαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί που έφτασε και ο Μέγας Αλέξανδρος με τους ηρωικούς Μακεδόνες του! Ταξίδι λοιπόν στον άγνωστο κόσμο της Ινδίας. Το «Ιερό τρίγωνο», τη περιοχή της Βόρειας Ινδίας που σχηματίζεται από τις πόλεις Νέο Δελχί, Αγκρά και
Τζαϊπούρ, έμελλε να αποτελέσει το πεδίο της ταξιδιωτικής μας δράσης στην εξωτική χώρα του
Γκάντι.
Το σούρουπο έντυνε τα πάντα με σκιές όταν φτάσαμε επιτέλους στο Νέο Δελχί. Τα πρόσωπά μας ήταν κατάμαυρα από τη ρύπανση των φορτηγών, τα ρούχα κολλημένα πάνω μας από την υγρασία και τον ιδρώτα και τα κορμιά μας αποδεκατισμένα από την κούραση. Είχαμε χρειαστεί δύο μέρες για να διατρέξουμε τα 480 χλμ. που χωρίζουν το Νέο Δελχί από τα ινδο-πακιστανικά σύνορα και η φρίκη από τα δρώμενα που ζήσαμε καθοδόν ήταν έντονα αποτυπωμένη στο μυαλό μας. Τα είχαμε «δει» όλα!
Άφιξη λοιπόν στην ινδική πρωτεύουσα των 12.000.000 κατοίκων, με τα πολύχρωμα φώτα της πόλης να οδηγούν πλέον τη
μοτοσικλέτα. Μπροστά στα κουρασμένα μας μάτια, ανθρώπινες φιγούρες, πολύβουα οχήματα και άπειρες σκιές, όλα αναμειγνύονταν άναρχα και βιαστικά. Κατάκοποι, νηστικοί και σκονισμένοι, και δίχως την παραμικρή διάθεση για μεγάλες βόλτες, καταλύσαμε στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκαμε μπροστά μας, μεταθέτοντας για το επόμενο πρωινό τη γνωριμία μας με την γεμάτη ζωή και θόρυβο ινδική μεγαλούπολη.
ΝΕΑ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ
Οι πρώτες αδύναμες ηλιαχτίδες μάς
βρήκαν από πολύ νωρίς να τριγυρνάμε στους
δρόμους της πρωτεύουσας. Όχι όμως με τη
μοτοσικλέτα μας. Για τις επόμενες τρεις
μέρες που μείναμε στο Νέο Δελχί κινηθήκαμε
στους πολυσύχναστους και θορυβώδεις δρόμους
της πρωτεύουσας κατά το πλείστον με «τοκ-τοκ»,
τα κιτρινόμαυρα τρίκυκλα που εκτελούν χρέη
ταξί!
Το Νέο Δελχί, όπως όλες σχεδόν οι
πρωτεύουσες κρατών, είναι μια πόλη που
σφράγισε ανεξίτηλα την πορεία της Ινδίας
μέσα στον χρόνο και στην ιστορία. Πρόκειται
για την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ινδίας και
αποτελείται από δύο μέρη: το Νέο Δελχί και
το Παλαιό Δελχί. Το Νέο Δελχί, όπως
υποδηλώνει και το όνομά του, πρόκειται για
τον καινούριο τομέα της παλιάς πόλης που
κτίστηκε ως η νέα πρωτεύουσα του κράτους από
τους Βρετανούς. Ήταν μια πόλη με ανοιχτούς
και πράσινους χώρους, άψογη ρυμοτομία,
πάμπολλες πρεσβείες, επιβλητικές αψίδες και
ογκώδη κυβερνητικά κτίρια, που μας ξάφνιασε
με την εικόνα που παρουσίαζε. Ήταν η
κληρονομιά που άφησαν πίσω τους οι Άγγλοι
μετά από τρεις περίπου αιώνες διακυβέρνησης.
Παρεμπιπτόντως, η κυκλοφορία των οχημάτων
κατά τον βρετανικό οδικό κώδικα ήταν και
αυτή μια από τις συνήθειες των αποικιοκρατών
που ρίζωσαν στην καθημερινότητα των Ινδών.
Αντίθετα, το Παλαιό Δελχί, που υπήρξε η παλιά μουσουλμανική
πρωτεύουσα των Ινδιών (12ο αιώνα-16ο
αιώνα), παρουσίαζε μια πιο αυθεντική και
παραδοσιακή πολεοδομική όψη. Τα τζαμιά, τα
μουσεία, οι ινδουιστικοί ναοί και τα
μογγολικά φρούρια που υπήρχαν διάσπαρτα
αναφέρονταν σ’ εκείνη ακριβώς την ιστορική
περίοδο. Η επίσκεψη στο Κόκκινο Φρούριο του
Ακμπάρ, στη Πύλη της Ινδίας, στο κάστρο
Πουράνα Κίλα και στο Εθνικό Μουσείο μας
βοήθησε να πλουτίσουμε τις γνώσεις μας για
την ιστορία της χώρας. Και φυσικά, θεωρήσαμε
υπέρτατο καθήκον μας να εναποθέσουμε
ένα ταπεινό λουλούδι εκεί όπου
αποτεφρώθηκε ο θρησκευτικός ηγέτης και
οραματιστής της σύγχρονης Ινδίας, Μαχάτμα
Γκάντι.
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Ο ήλιος δεν είχε ακόμα ξεκινήσει το
καθημερινό του ταξίδι στο ουράνιο στερέωμα,
όταν αφήναμε πίσω μας εσπευσμένα την ινδική
πρωτεύουσα. Η φυγή μας από το Νέο Δελχί
έγινε νωρίς τα ξημερώματα προκειμένου να
αποφύγουμε την κίνηση στους δρόμους της
πρωτεύουσας. Η πόλη ξυπνούσε και εμείς
τρέχαμε λαχανιασμένοι να την εγκαταλείψουμε.
Επόμενος προορισμός μας η πόλη
Agra (Αγκρά),
205 χλμ.
νοτιοανατολικά. Η παρουσία μας στην πόλη
Άγκρα, που απλώνεται στις όχθες του ποταμού
Γιαμούνα, οφειλόταν στην επιθυμία μας να
επισκεφτούμε το μαυσωλείο Ταζ Μαχάλ, το διασημότερο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα της
Ινδίας, που αντιπροσωπεύει έναν ύμνο στην
αγάπη, ένα σύμβολο του έρωτα!
Η τύχη όμως δεν ήταν με το μέρος μας εκείνη την ημέρα. Από
τα πρώτα σχεδόν χιλιόμετρα της διαδρομής
χρειάστηκε να επιστρατεύσουμε τα αδιάβροχά
μας. Ένας μουντός, γκρίζος ουρανός κρεμόταν
συνεχώς πάνω από τα κεφάλια μας, ενώ τα
βαριά σύννεφα δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να
μας «κερνούν» βροχή. Άλλη μια μέρα στους
ινδικούς δρόμους προοιωνιζόταν δύσκολη και
βρισκόμασταν μόλις στην αρχή της. Η πιο
ακατάλληλη χρονική περίοδο για να ταξιδέψει
κανείς στην Ινδία –και ειδικά με μοτοσικλέτα–
είναι αυτή των μουσώνων (Ιούνιος-Οκτώβριος).
Ο στενός οδικός άξονας που ένωνε την ινδική πρωτεύουσα με
την πόλη Αγκρά δεν προσφέρονταν για μεγάλες
ταχύτητες, ενώ με το πέρασμα της ώρας όλο
και περισσότερα οχήματα μοιράζονταν μαζί μας
το ασφάλτινο χαλί. Έτσι, με την συντροφιά
του δρόμου σταδιακά να μεγαλώνει, μοιραία
υιοθετήσαμε τον τρόπο οδήγησης που επέβαλλε
η ινδική οδική πραγματικότητα. Για τις
επόμενες πέντε ώρες βρεθήκαμε να οδηγούμε
ανάμεσα σε οχήματα, ζώα και ανθρώπους,
έχοντας τον αντίχειρα συνεχώς κολλημένο στο
μπουτόν της κόρνας. Ήταν ο μόνος τρόπος να
τους επιστήσουμε την προσοχή για την
παρουσία μας.
Παράλληλα, τα περίπου δέκα τροχαία
ατυχήματα που αντικρίσαμε οφείλονταν κυρίως
σε υπαιτιότητα των φορτηγών, που αποτελούσαν
άλλωστε και τη συντριπτική πλειοψηφία των
οχημάτων στο δρόμο. Υπερβολικά αργά και
ρυπογόνα, τα σαραβαλιασμένα φορτηγά
δυσκόλευαν αφάνταστα την οδήγηση, ενώ ήταν
στιγμές που νομίζαμε ότι σ’ αυτήν τη χώρα
δεν υπήρχε άλλο μεταφορικό μέσον παρά μόνο …
τα φορτηγά!
Η αγάπη και ο έρωτας κατείχαν πάντα ξεχωριστή θέση στη ζωή,
στην κοινωνία και στη θρησκεία των Ινδών. Το
Taj
Mahal (Ταζ Μαχάλ), σήμα κατατεθέν της
πόλης Αγκρά, είναι ένα ανυπέρβλητο μνημείο
αφιερωμένο στον έρωτα και στην παντοτινή
αγάπη. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό
μαυσωλείο, κτισμένο εξ’ ολοκλήρου από άσπρο
μάρμαρο και πλαισιωμένο με υπέροχους κήπους,
που αποτελεί δείγμα αρχιτεκτονικής
συμμετρίας και
μεγαλοπρέπειας. Το μοναδικό αυτό
κόσμημα της Ινδίας κτίστηκε μέσα σε 22
χρόνια (1631-1653) από τον Μογγόλο
αυτοκράτορα Σαχ Τζαχάν, προκειμένου να
φιλοξενήσει τη σορό της πολυαγαπημένης του
γυναίκας Μουμτάζ Μαχάλ, η οποία, μετά από 18
χρόνια έγγαμης συμβίωσης, πέθανε στη γέννα
του 14ου παιδιού τους. Το
μαυσωλείο
Taj
Mahal, που μας καθήλωσε με την
εκλεπτυσμένη ομορφιά του, θεωρείται ως το
πιο αξιοθαύμαστο μνημείο που κτίστηκε ποτέ
για τον έρωτα!
ΖΩΗ ΣΤΑ ΑΚΡΑ
Καθοδόν για την πόλη Τζαϊπούρ (230 χλμ. δυτικά της Αγκρά),
για άλλη μια μέρα διαπιστώναμε πως στην
Ινδία ένας ολόκληρος λαός κυριολεκτικά
βρίσκεται στο δρόμο. Η κάθε μας στάση μέσα
στα χωριά της διαδρομής συνοδευόταν πάντα
από τη δημιουργία ενός ασφυκτικού ανθρώπινου
κλοιού γύρω μας. Όλοι μας πλησίαζαν για να
μας γνωρίσουν και να ανταλλάξουν μαζί μας
μια κουβέντα, ένα χαιρετισμό ή να μας ρίξουν
απλώς μια φευγαλέα ματιά!
Από
την πλευρά μας, σαστισμένοι καταγράφαμε
εικόνες μιας ζοφερής καθημερινότητας, που
καμία σχέση δεν είχαν με την τουριστική
μυθοπλασία της χώρας. Ρακένδυτες φιγούρες
χωρικών περιφέρονταν στους δρόμους,
τεράστιοι σωροί σκουπιδιών ξεφύτρωναν
παντού, τα θολά λασπόνερα φιλοξενούσαν
πολλές φορές ζώα, ενώ από τα αποχετευτικά
λύματα που κυλούσαν στις άκρες του δρόμου
επικρατούσε μια δυσβάσταχτη οσμή. Για πρώτη
φορά στη ζωή μας ήρθαμε αντιμέτωποι μ’ ένα
τόσο μεγάλο όγκο ανθρώπινης δυστυχίας και
ένδειας. Ήταν εικόνες και καταστάσεις που
κυριολεκτικά μας σοκάρισαν και οι οποίες
αποτελούσαν ένα δυνατό χαστούκι στην
ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια.
Αυτή ήταν όμως η
δική μας -δυτικής φιλοσοφίας- ερμηνεία των
εικόνων που αντικρίζαμε. Για να πλησιάσει
και να κατανοήσει όμως κανείς αυτή τη χώρα
και τους ανθρώπους της, πρέπει να μελετήσει
σε βάθος την ινδική φιλοσοφία και θρησκεία.
Για τους Ινδούς, η ζωή στη γη είναι απλά ένα
«πέρασμα», στη διάρκεια του οποίου οφείλουν
να τελειοποιηθούν ως όντα. Τα πάντα
περιστρέφονται γύρω από το Κάρμα και το Κάμα,
και όλοι οι άνθρωποι αγωνίζονται για να
ισορροπήσουν πνευματικά με απώτερο στόχο τη
Νιρβάνα. Στο μάταιο τούτο κόσμο, τα υλικά
αγαθά είναι άνευ σημασίας, αφού ο άνθρωπος
στην ινδουιστική έκδοση, προσβλέπει μόνο σε
μια καλή μετεμψύχωση.
Σίγουρα δεν βγήκαμε αλώβητοι από την επαφή μας με την ινδική
πραγματικότητα. Κάθε άλλο. Ταρακουνηθήκαμε
άγρια από αυτά που είδαμε και ζήσαμε. Το
σκαμπίλι ήταν όντως δυνατό, και πόνεσε!
Προβληματιστήκαμε αρκετά, στοχαστήκαμε
βαθειά. Πολλά ήταν εκείνα που γκρεμίστηκαν
μέσα μας. Ιεραρχήσαμε ξανά τις αξίες της
ζωής και επαναξιολογήσαμε τις αρχές του
δικού μας υλικού-τεχνοκρατικού πολιτισμού.
Θυμώσαμε με την αλαζονεία και την αδιαφορία
του πολιτισμένου κόσμου μας. Αναθεματίσαμε
τη μακαριότητα και ματαιοδοξία μας.
Θαυμάσαμε την απλότητα της ζωής και την
ευτυχία αυτών των ανθρώπων. Ανακαλύψαμε το
μεγαλείο του ελάχιστου και ξορκίσαμε την
καταναλωτική υπερβολή μας. Για να ρωτήσουμε,
τελικά, επίμονα τον εαυτό μας:«Πώς
γίνεται να υπάρχουν τέτοιες ανισότητες πάνω
στο πλανήτη μας; Μήπως τελικά, είμαστε εμείς
οι δυστυχισμένοι της ζωής και όχι αυτοί εδώ;»
ΖΩΝΤΑΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Η Τζαϊπούρ είναι μια πόλη-μνημείο, με
τα περισσότερα κτίρια βαμμένα στην απόχρωση
του ροζ! Γι’ αυτό και οι κάτοικοί της,
χαριτολογώντας, έχουν ονομάσει την Τζαϊπούρ
«ροζ πολιτεία». Ήταν ο αυτοκράτορας Ακμπάρ,
αυτός που στόλισε τον 16ο αιώνα
την Τζαϊπούρ με περίτεχνα αρχιτεκτονικά
διαμάντια, τα οποία αποτελούν σήμερα εξαίσια
δείγματα της εμπνευσμένης καλλιτεχνικής και
πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του φωτισμένου
Μογγόλου αυτοκράτορα. Όπως ήταν φυσικό, το
ενδιαφέρον μας μονοπώλησε το φημισμένο
παλάτι της Τζαϊπούρ, που δέσποζε στο κέντρο
της πόλης. Το θαυμαστό παλατιακό συγκρότημα
της Τζαϊπούρ, εκτός από τόπο διαμονής του
αυτοκράτορα, υπήρξε και ο τόπος όπου
διέμεναν οι γυναίκες του χαρεμιού. Ντυμένες
με τα πολύχρωμα αραχνοΰφαντα σαρί, οι
μελαψές καλλονές παρακολουθούσαν τα δρώμενα
της πόλης από τα χίλια παράθυρα του ροζ
παλατιού!
Περπατώντας σε μικρή απόσταση από το επιβλητικό παλάτι,
βρεθήκαμε σ’ ένα υπαίθριο καφενείο
πλημμυρισμένο από κόσμο. Γεμάτοι περιέργεια
σταματήσαμε να δούμε τι συμβαίνει. Πλανόδιοι
καλλιτέχνες είχαν στήσει ένα παραδοσιακό
θέατρο σκιών, όπου παιζόταν μια παράσταση με
θέμα τη ζωή του αυτοκράτορα Ακμπάρ. Για
τουλάχιστον μια ώρα παρακολουθούσαμε
απορροφημένοι ένα ζωντανό παραμύθι να
ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας. Γεμάτοι
έξαψη και ενθουσιασμό συμμετείχαμε ψυχικά σε
όσα διαδραματίζονταν στη μικρή σκηνή του
θεάτρου. Μαζί με μας, ένα πολύχρωμο, κεφάτο
πλήθος συμμετείχε και αυτό στα δρώμενα της
σκηνής.
Σύντομα, η νύχτα άρχισε να τυλίγει τους πολυάριθμους θεατές και όλη η
μαγεία της Ινδίας φωτιζόταν από τα λιγοστά
λαδοφάναρα που υπήρχαν σκορπισμένα στον
χώρο. Κάποια στιγμή η παράσταση έλαβε τέλος.
Όχι όμως και το παραμύθι που ζούσαμε. Γιατί
οι μακρινές Ινδίες είναι –και θα
παραμείνουν– ένα παραμύθι χωρίς τέλος, μια
ανατολίτικη ιστορία για μεγάλα παιδιά.
|