ΡΩΣΙΑ – ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΟΥΤΙΝ
Το μεγάλο ταξίδι προς την Ιαπωνία
ξεκίνησε με τις χειρότερες προϋποθέσεις! Τις
τρεις πρώτες μέρες, διασχίζοντας την
Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουκρανία, ο
υδράργυρος που είχε χτυπήσει κόκκινα, με
έβγαλε κυριολεκτικά έξω από τα ρούχα μου! Το
κύμα καύσωνα που σάρωνε επί δύο εβδομάδες τα
Βαλκάνια αποδείχτηκε ένας ανελέητος εχθρός.
Η είσοδός μου στην Ρωσία, τη
μεγαλύτερη χώρα του κόσμου, έγινε την
τέταρτη μέρα του ταξιδιού μου, σε μια
συνοριακή πύλη που βρισκόταν μόλις 90 χλμ. δυτικά της πόλης
Ροστώβ (Rostov–na–Don).
Με αχώριστη συντροφιά τα γνωστά
Lada και
Volga, άρχισα να διατρέχω χαλαρά τα
πρώτα ρωσικά χιλιόμετρα.
Η πόλη
Βόλγογκραντ
(Volgograd),
που απείχε 487χλμ βορειοανατολικά της Ροστώβ,
ήταν ο προορισμός μου. Ήθελα να πάω στο
Στάλινγκραντ, τον τόπο όπου οι ηρωικοί
κάτοικοι της πόλης είχαν καταφέρει να
αποτρέψει, μετά από 142 μέρες πολιορκίας,
την άλωση της πόλης τους από τους Γερμανούς.
Το τίμημα υπήρξε όμως μεγάλο, αφού 1.200.000
Ρώσοι έπεσαν για την υπεράσπιση της πόλης.
Ένας ελάχιστος φόρος τιμής για εκείνους που
θυσιάστηκαν στην προάσπιση του Σταλινγκράντ
αντιπροσωπεύει το μαυσωλείο που δεσπόζει σε
πανοραμικό σημείο της πόλης, στον ίδιο χώρο
όπου δεσπόζει το τεραστίων διαστάσεων άγαλμα
Κουράν Κουργκάν.
Οι πόλεις Σαράτοφ (Saratov)
Σαμάρα (Samara)
και Ουφά (Ufa)
είχαν αποτυπωθεί με μια κόκκινη κουκίδα πάνω
στον οδικό χάρτη ως οι επόμενοι αστικοί μου
προορισμοί μετά το Βόλγογκραντ. Για τα
επόμενα
1500 χλμ. το
εκνευριστικά επίπεδο τοπίο των ρωσικών
πεδιάδων συνέχισε να συντροφεύει τα
χιλιόμετρα της διαδρομής μου προς τα
ανατολικά. Η απόκοσμη γαλήνη και η μονοτονία
της φύσης, σε συνδυασμό με την μοναξιά του
κράνους ήταν ο χειρότερος εφιάλτης μου.
Με την άφιξή μου στην πόλη Σαμάρα
«άγγιξα» επιτέλους τον Υπερσιβηρικό οδικό
άξονα. Ο Υπερσιβηρικός οδικός άξονας (Μ5),
που έχει ως αφετηρία τη Μόσχα και καταλήγει
μετά από 8.900 χιλιόμετρα
στο Βλαδιβοστόκ στις ακτές του Ειρηνικού
Ωκεανού, θα οδηγούσε πλέον τις ρόδες της
μοτοσικλέτας μου ως το τέλος του ταξιδιού
μου στην ασιατική ήπειρο.
Το πρωινό της ένατης μέρας του
ταξιδιού μου, και κάτω από το υγρό βάρος
μιας αδυσώπητης βροχής που άρχισε να πέφτει
λίγο αφότου εγκατέλειψα την πόλη Ούφα,
οδηγούσα καρτερικά με προορισμό την πόλη
Kurgan (Κουργκάν), 670 χλμ. ανατολικά της πόλης Ούφα. Στη διάρκεια
εκείνης της μέρας, ακολουθώντας πιστά την
κόκκινη γραμμή του χάρτη που είχα χαράξει,
οι τροχοί της μοτοσικλέτας με οδήγησαν
τελικά μπροστά σ’ έναν επιβλητικό ορεινό
γίγαντα που ακούει στο όνομα Ουράλια Όρη.
Πρόκειται για τα «Υπερβόρεια Όρη» των
αρχαίων Ελλήνων, που λειτουργούν στο
συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ως τα φυσικά
σύνορα ανάμεσα στη Ρωσία και τη Σιβηρία,
στην Ευρώπη και την Ασία.
Και τελικά, αργά το ίδιο απόγευμα,
βρέθηκα επιτέλους στους ανατολικούς πρόποδες
της οροσειράς, στην αγκαλιά της πόλης
Κουργκάν. Ήμουν και τυπικά πλέον στην
θρυλική Σιβηρία. Τα είχα καταφέρει!! Το
κοντέρ της μοτοσικλέτας είχε γράψει από την
αρχή του ταξιδιού 5.150 χλμ και το
ημερολόγιό μου είχε φτάσει αισίως στην ένατη
σελίδα του!!
Εγκαταλείποντας το επόμενο πρωινό τα αστικά
όρια της Κουργκάν με προορισμό την πόλη Όμσκ
(Omsk), 540 χλμ. ανατολικά, το
ομολογουμένως τρομακτικό μέγεθος της
απέραντης σιβηρικής μοναξιάς άρχισε
σιγά–σιγά να με τυλίγει. Με δεδομένη την
αραιοκατοίκιση της περιοχής, αγροτικοί
οικισμοί σε απόσταση 70-80
χιλιομέτρων θεωρούνταν
μόλις γειτονικοί!
ΔΥΤΙΚΗ
ΣΙΒΗΡΙΑ- ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ
Στη γνωριμία μου με το Όμσκ, μια από
τις παλαιότερες πόλεις της Σιβηρίας,
αντίκρισα ένα τυπικό ρώσικο αστικό κέντρο,
με σημείο αναφοράς το εμπορικό κέντρο της.
Εκεί δέσποζαν πάμπολλα επιβλητικά κτίσματα
του 18ου και 19ου
αιώνα, ενώ στην περιφέρεια κυριαρχούσε η
λειτουργική μονοτονία της σοβιετικής
αρχιτεκτονικής έκφρασης.
Επόμενη στάση
η πόλη Νοβοσιμπίρσκ (Novosibirsk),
που απέχει περί τα
740 χλμ.
ανατολικά της Όμσκ. Εκείνη η μέρα όμως
αποδείχθηκε η χειρότερη ίσως όλου του
ταξιδιού. Από λάθος επιλογή οδικού άξονα,
βρέθηκα να οδηγώ στα πρώτα 250 χλμ. σε μια χωμάτινη
παρακαμπτήρια της διαδρομής. Οι βροχές των
προηγούμενων ημερών είχαν μετατραπεί τον
δρόμο σε βούρκο και η μοτοσικλέτα μοιραία
ακινητοποιήθηκε στις λάσπες. Είχαν ωστόσο
προηγηθεί και δυο μεγαλοπρεπέστατες πτώσεις
μου μέσα στις λάσπες. Αδυνατώντας να
απελευθερώσω την μοτοσικλέτα, επέστρεψα πίσω
στο κοντινότερο χωριό,
6 χλμ.
με τα πόδια!! Για καλή μου τύχη, ένας
ντόπιος, ο Ιγκόρ, που διέθετε ένα μικρό
φορτηγό προσφέρθηκε να με βοηθήσει.
Επιστρέφοντας στο σημείο που ήταν
ακινητοποιημένη η μοτοσικλέτα, καταφέραμε
μετά από προσπάθειες δυο ωρών να την
απεγκλωβίσουμε από τις λάσπες και να την
μεταφέρουμε με το φορτηγό στο χωριό. Το ίδιο
εκείνο βράδυ έτυχα της φιλοξενίας του Ιγκόρ
και της οικογένειάς του.
Την επόμενη μέρα μεριμνήσαμε για τον
καθαρισμό της μοτοσυκλέτα (που είχε
μετατραπεί σ’ ένα σουρεαλιστικό άγαλμα
λάσπης) και την αποκατάσταση των λίγων
ζημιών της (σπασμένο φλάς, στραβωμένο
τιμόνι). Επίσης, στο αγροτικό ιατρείο μού
περιποιήθηκαν το θλαστικό τραύμα στην
ποδοκνημική άρθρωση.
Μετά το Νοβοσιμπίρσκ, η κόκκινη
γραμμή του χάρτη περνούσε από πόλεις μικρές
(Kemerovo,
Acinsk,
Kansk,
Tulun), για να καταλήξει μετά από
περίπου
1.900 χλμ.
στο Ιρκούτσκ. Χρειάστηκαν τέσσερεις μέρες
για να διατρέξω αυτήν την διαδρομή, αφού ο
δρόμος παρουσίαζε την όψη ενός απέραντου
εργοταξίου. Καθοδόν, η μια από τις δυο
μπροστινές αναρτήσεις «χτύπησε» τσιμούχα και
είχα διαρροή λαδιών από την ανάρτηση.
Η άφιξή μου στο Ιρκούτσκ
πραγματοποιήθηκε ακολουθώντας στα τελευταία
80 χλμ. τη νωχελική ροή του ποταμού Ανγκαρά.
Το «Παρίσι της Σιβηρίας», ο τελικός
προορισμός του Μιχαήλ Στρογγόφ, αποτέλεσε
μια ταξιδιωτική πραγματικότητα και για μένα,
τον κατάκοπο δίτροχο οδοιπόρο της σιβηρικής
γης, που έβλεπα εδώ στο Ιρκούτσκ το κοντέρ
της μοτοσυκλέτας να δείχνει συνολικά 8.670 χλμ. από την αρχή
του ταξιδιού.
Κομψό
και σαγηνευτικό, το Ιρκούτσκ με γοήτευσε.
Γεμάτο όμορφες γωνιές και ιστορικά κτίσματα,
το Ιρκούτσκ αναμφίβολα ξεχώριζε από τα
υπόλοιπα αστικά κέντρα της Σιβηρίας. Η
γνωριμία με το Ιρκούτσκ δεν θα μπορούσε όμως
να χαρακτηριστεί ολοκληρωμένη δίχως να
μεταβώ στις όχθες της λίμνης Βαϊκάλης, 60 χλμ. νοτιοανατολικά.
Πρόκειται για τη βαθύτερη και ταυτόχρονα την
αρχαιότερη λίμνη του κόσμου, με την ηλικία
της να χρονολογείται στα 25.000.000 έτη.
Περίπου 445 χλμ. χώριζαν το
Ιρκούτσκ από την
Ulan-Ude
(Ουλάν-Ουντέ), την επόμενη πόλη που θα με
φιλοξενούσε. Εκείνη την ημέρα, ένα μεγάλο
μέρος της διαδρομής ακολουθούσε την
ακτογραμμή της Βαϊκάλης. Καθ’ οδόν, το
γενναιόδωρο πράσινο της φύσης «μπερδευόταν»
προκλητικά με το βαθύ γαλάζιο της απέραντης
σιβηρικής λίμνης.
Η Ουλάν-Ουντέ, μόλις
220 χιλιόμετρα
βόρεια των μογγολικών συνόρων, αποτελεί τον
σπουδαιότερο συγκοινωνιακό και εμπορικό
κόμβο προς και από τη Μογγολία και την Κίνα.
Το σημαντικότερο αξιοθέατο της Ουλάν-Ουντέ
είναι η προτομή του Λένιν, η μεγαλύτερη
παγκοσμίως, στην κεντρική πλατεία της πόλης.
Η Ουλάν-Ουντέ αποτελεί επίσης τη μοναδική
κοιτίδα του βουδισμού στην σιβηρική γη. Γι’
αυτό το λόγο, ταξίδεψα περίπου 45 χλμ. νοτιοδυτικά της
πόλης, για να επισκεφτώ τους βουδιστικούς
ναούς που υπάρχουν στην περιοχή
Ivolginsk.
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΣΙΒΗΡΙΑ – Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
Το πρόγραμμα μέχρι την πόλη
Chita
(Τσίτα),
665 χλμ. ανατολικότερα,
κύλησε ήρεμα. Με την άφιξή μου στην Τσίτα,
το κοντέρ της μοτοσυκλέτας είχε καταγράψει
κάτι λιγότερο από 10.000 χλμ., ενώ το
ημερολόγιό μου έφτασε στην 22η
σελίδα του. Μια μέρα ξεκούραση,
ανασυγκρότηση και προετοιμασία για τα
δύσκολα που περίμεναν μπροστά μου! Τα
επόμενα
1.200 χλμ.
που ένωναν την Τσίτα με την πόλη
Blagovescensk (Μπλαγκοβεστένσκ) ήταν
μια δύσκολη χωμάτινη διαδρομή. Έτσι, για τις
επόμενες 4 μέρες, η Σιβηρία έμελλε να θέσει
σε υπέρτατη δοκιμασία τις ψυχικές και
σωματικές μου αντοχές. Κοιμόμουν σε σπίτια
χωρικών, που με προθυμία προσφέρονταν να με
φιλοξενήσουν. Οδηγούσα κατά μέσο όρο 13-14
ώρες την ημέρα για να βγάλω μόλις 300 χλμ. διαδρομής. Ανεφοδιαζόμουν με
αναμφίβολης ποιότητας καύσιμα από
σκουριασμένα βαρέλια. Έτρωγα ψωμί και
κονσέρβα και έπινα νερό από τις πηγές των
χωριών. Συνομιλούσα φωνακτά με τον εαυτό
μου, για να μην τρελαθώ από την αβάστακτη
σιωπή του τοπίου. Ήταν μια βιωματική
εμπειρία τρομερής μοναξιάς, ανάκατη με
άγχος, αγωνία, αλλά και σιδερένια θέληση.
Εικόνες και στιγμιότυπα από την πόλη
Μπλαγκοβεστένσκ δεν υπάρχουν αποτυπωμένες
στη μνήμη μου, αλλά ούτε και στο φιλμ της
φωτογραφικής μηχανής. Μετά την άφιξή μου σ’
ένα ξενοδοχείο της πόλης, και αφού πρώτα το
νερό ξέπλυνε από πάνω μου όλη την κούραση
και την σκόνη των προηγούμενων χωμάτινων
ημερών, γευμάτισα και αμέσως μετά κοιμήθηκα
ως το επόμενο πρωινό, δίχως να αλλάξω ούτε
πλευρό!
Αρκετά αναζωογονημένος και
ευδιάθετος, βρέθηκα την επομένη να οδηγώ με κατεύθυνση την πόλη
Χαμπάροφσκ (Khabarovsk),
το προτελευταίο αξιόλογο αστικό κέντρο του
υπερσιβηρικού άξονα. Η πόλη Χαμπάροφσκ (670 χλμ. νότια της
Μπλαγκοβεστσένσκ), που οφείλει το όνομά της
στον Κοζάκο εξερευνητή Γιεροφέι Χαμπάροφ,
ιδρύθηκε μόλις το 1858. Κτισμένη στις όχθες
του ποταμού Αμούρ, η Χαμπάροφσκ ήταν μια
καταπράσινη πόλη με πολλά κτίσματα του 19ου
αιώνα.
Η επόμενη μέρα; Ήταν μια συνηθισμένη
ηλιόλουστη Δευτέρα. Όχι όμως για όλους!
Για μένα ήταν γιορτή!
Έχοντας πραγματοποιήσει το -για πολλούς-
ακατόρθωτο, «έβαζα» ρόδα στο Βλαδιβοστόκ
μετά από 29 ημέρες πορείας, ενώ οι λέξεις «θάλαττα,
θάλαττα» ήρθαν αυθόρμητα στα χείλη μου καθώς
αντίκριζα εκστασιασμένος τα νερά του
Ειρηνικού ωκεανού.
Στο παραθαλάσσιο Βλαδιβοστόκ γράφτηκε
ο επίλογος ενός μεγάλου διηπειρωτικού
ταξιδιού και σφραγίστηκε η γνωριμία μου με
το σκηνικό μεγαλείο της Σιβηρίας. Το ταξίδι
όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει! Η «Χώρα του
Ανατέλλοντος Ηλίου» ήταν εκείνη που θα
σφράγιζε και τυπικά το τέλος αυτού του
ταξιδιωτικού άθλου. Το Τόκυο με καρτερούσε!
ΙΑΠΩΝΙΑ- ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΙΝΑΛΕ
Καθώς το ρωσικό οχηματαγωγό
έριχνε άγκυρα στο λιμάνι
Toyama-Fushiki
της Δυτικής Ιαπωνίας μετά από 36 ώρες
ταξιδιού, ένα νέο κεφάλαιο ξεκινούσε στο
δικό μου «ημερολόγιο καταστρώματος», με τον
σελιδοδείκτη να αριθμεί την 40η
ημέρα του ταξιδιού. Σύμφωνα με τα
ταξιδιωτικά μου πλάνα, στην Ιαπωνία είχα να
διατρέξω
810 χλμ., να επισκεφθώ
δυο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Κιότο,
Τόκυο), ενώ παράλληλα, θα έπρεπε να
προσαρμοστώ και στον τρόπο οδήγησης των
Ιαπώνων, καθώς η κυκλοφορία των αυτοκινήτων
στους ιαπωνικούς δρόμους γίνεται στο
αριστερό ρεύμα (κατά τα βρετανικά πρότυπα).
Το Κιότο, η ένδοξη πόλη των
αυτοκρατόρων, υπήρξε για περισσότερο από
χίλια χρόνια (784-1868) η πρωτεύουσα της
Ιαπωνίας. Πρόκειται για μια πόλη-μουσείο,
καθώς συγκεντρώνει έναν εξαιρετικά μεγάλο
αριθμό μνημείων. Περίτεχνοι βουδιστικοί
ναοί, εντυπωσιακά παλάτια, βίλες με όμορφους
κήπους και γεροδεμένα κάστρα στολίζουν την
παραδοσιακή πρωτεύουσα της χώρας, η οποία
αποτελεί τον βασικότερο θεματοφύλακα της
ιαπωνικής ιστορικής και πολιτιστικής
παράδοσης. Το Κιότο, μαζί με το Τόκυο, είναι
δυο πόλεις που πρέπει οπωσδήποτε να
επισκεφτεί κανείς όταν βρεθεί στην Ιαπωνία.
Το Τόκυο αποτελεί το σύμβολο της
οικονομικής και βιομηχανικής παντοδυναμίας
της Ιαπωνίας, ενώ στα εκτεταμένα αστικά όρια
της πόλης ζουν 20.000.000 ανθρώπους. Αυτήν
τη μοντέρνα ασιατική μεγαλούπολη, με τους
άπειρους ουρανοξύστες, το αφόρητο
κυκλοφοριακό και το ακατάστατο πολεοδομικό
σχέδιο, είχα θέσει ως φινάλε του δίτροχου
οδοιπορικού μου. Και τελικά, όπως ακριβώς το
είχα ονειρευτεί και σχεδιάσει μήνες
νωρίτερα, στη σκιά των ουρανοξυστών της
πολυπληθέστερης πόλης του κόσμου το
διηπειρωτικό ταξίδι Αθήνα-Τόκυο έφτασε
αισίως στο τέλος του.
Εδώ στο Τόκυο, το ταξιδιωτικό παραμύθι Αθήνα
– Τόκυο μπορεί να τελείωσε, αλλά ένα άλλο
ταξίδι, πάνω στις σκέψεις και στις
αναμνήσεις ενός αναμφισβήτητα συναρπαστικού
οδοιπορικού, μόλις ξεκινούσε. Το οδοιπορικό
από την Αθήνα στο Τόκυο, σίγουρα θα μπορούσε
να αποτελέσει το θέμα μιας κινηματογραφικής
ταινίας. |