ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ
_small1.jpg)
ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
WELCOME TO HELL
Αλήθεια, θα τολμούσατε να πάτε με τη μοτοσικλέτα σας σε μια χώρα όπου οι απαγωγές και οι εκτελέσεις ξένων υπηκόων αποτελούν συχνό φαινόμενο, ενώ χιλιάδες νάρκες καιροφυλακτούν έτοιμες να σκορπίσουν το θάνατο; Θα πηγαίνατε εκεί, όταν γνωρίζετε ότι ισχύει ακόμα ο νόμος των όπλων και ο κάθε πικραμένος διαθέτει –έτσι για την πλάκα του– στρατιωτικό εξοπλισμό; Θα επιχειρούσατε να περπατήσετε στους δρόμους της Καμπούλ και της Κανταχάρ, δίχως την προστασία ένοπλης συνοδείας, παρόμοια μ΄ αυτήν που απολαμβάνουν μέρα-νύχτα διπλωματικοί, δημοσιογράφοι και στελέχη μη κυβερνητικών οργανώσεων; Θα ρισκάρατε να περιπλανηθείτε στα νοτιοανατολικά της χώρας, όπου οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να μάχονται τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις;
Μάλλον …όχι! Και καλά θα κάνετε βέβαια, αφού το Αφγανιστάν, μετά από 25 χρόνια πολεμικών συγκρούσεων και εμφύλιων συρράξεων που βύθισαν τη χώρα στο χάος και τη καταστροφή. Στη δική μας πάντως περίπτωση, όλες οι παραπάνω θανάσιμες ιδιαιτερότητες κάθε άλλο παρά ως ανασταλτικοί παράγοντες λειτούργησαν στην -παράλογη για πολλούς- απόφασή μας να μεταβούμε με τη
μοτοσικλέτα μας στο μπαρουτοκαπνισμένο Αφγανιστάν.
Ένας κακοτράχαλος χωματόδρομος 125 χλμ., που διέτρεχε ένα άγονο τοπίο ερήμου, αποτελούσε τον ομφάλιο λώρο μεταξύ των ιρανικών συνόρων και της πόλης Herat (Χεράτ). Σκόνη, μοναξιά και ζέστη συνόδευαν τα πρώτα μας χιλιόμετρα επί αφγανικού εδάφους, ενώ σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ένας δαιμονισμένος αέρας προσπαθούσε να μας γκρεμίσει από τη μοτοσυκλέτα.
Ένα αγροτικό ημιφορτηγό που εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά άρχισε σταδιακά να μας πλησιάζει, έως ότου μας προσπέρασε και σταμάτησε απότομα μπροστά μας. Μέσα από το κουρνιαχτό της σκόνης τέσσερις οπλισμένοι σαν αστακοί Αφγανοί πήδησαν από την καρότσα του οχήματος και μας ακινητοποίησαν με παρατεταμένα όπλα.
Μούσια, τουρμπάνια, Καλασνίκωφ και φωνές από τη μια, κρύος ιδρώτας, παγωμένα χαμόγελα και αμηχανία από την άλλη. Στιγμές αγωνίας, μέχρι που οι άγνωστοι οπλοφόροι μάς γνωστοποίησαν τις αγνές προθέσεις τους. Ήθελαν να αυξήσουν το εισόδημά τους εις βάρος μας, με το να μας απαλλάξουν απ’ ότι πολύτιμο είχαμε πάνω μας! Πολύ σύντομα καταλάβαμε ότι δεν υπήρχε το περιθώριο, αλλά και ούτε η διάθεση για διαπραγματεύσεις. Έτσι, ένα ρολόι, δύο δακτυλίδια και το περιεχόμενο του πορτοφολιού της Όλγας κατέληξαν στις τσέπες τους! Δευτερόλεπτα αργότερα, αλαλάζοντας και πυροβολώντας στον αέρα τράπηκαν σε φυγή. Τυχεροί μέσα στην ατυχία μας, παρακολουθούσαμε το όχημα να απομακρύνεται, ενώ στα αυτιά μας ηχούσαν ακόμα τα ειρωνικά λόγια ενός εκ των γενειοφόρων ληστών: «Welcome to Afghanistan»! Τέτοιο καλωσόρισμα ρε φίλε, πρώτη φορά.
Η Χεράτ, την οποία ίδρυσε το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος με το όνομα Αλεξάνδρεια η Αρειανή, μας πρόσφερε στέγη και φαγητό για τις τρεις επόμενες μέρες. Σε αντίθεση με την Κανταχάρ και την Καμπούλ, είχε υποστεί σημαντικά λιγότερες καταστροφές από την αμερικανική εισβολή του 2001. Τριγυρνώντας στους δρόμους της Χεράτ, μοιραία μονοπωλήσαμε το ενδιαφέρον των ντόπιων, που αυθόρμητοι και καλοσυνάτοι, δεν δίσταζαν να μας πλησιάσουν, να μας καλωσορίσουν και να μας κεράσουν ένα φλιτζάνι τσαγιού.
ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ
Περίπου 620 χλμ. χωρίζουν την Χεράτ από την Kandahar (Κανταχάρ) και όλες οι πληροφορίες που είχαμε συλλέξει αναφορικά με την κατάσταση του οδικού άξονα μιλούσαν για μια ασφαλτοστρωμένη διαδρομή, της οποίας όμως η κατάσταση δεν μας αποσαφηνίστηκε. Αρκετά φορτηγά και ελάχιστα επιβατικά αυτοκίνητα αποτελούσαν τη συντροφιά μας στο ταξίδι προς τον αφγανικό νότο. Το μισοκατεστραμμένο ασφάλτινο ίχνος του δρόμου, που διέτρεχε την Έρημο του Θανάτου, περνούσε μέσα από λίγους οικισμούς, οι οποίοι πρόσφεραν την δυνατότητα ανεφοδιασμού σε καύσιμα ή νερό, αλλά τίποτα παραπάνω!
Η πρώτη μας επαφή με τις αμερικανικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν έγινε περίπου 20 χλμ. δυτικά της Κανταχάρ, όταν το επόμενο μεσημέρι διασταυρωθήκαμε με μια φάλαγγα πέντε στρατιωτικών οχημάτων που διενεργούσαν την καθημερινή τους περιπολία στη περιοχή. Η ενέργεια της Όλγας να φωτογραφήσει το στρατιωτικό κομβόι έγινε δυστυχώς αντιληπτή από το πλήρωμα του τρίτου στη σειρά οχήματος, που αστραπιαία αποσπάστηκε από τη φάλαγγα και άρχισε να μας καταδιώκει! Μόλις μας πλησίασε σε απόσταση αναπνοής έριξε μια προειδοποιητική ριπή στον αέρα για να σταματήσουμε, πράγμα φυσικά που κάναμε. Δευτερόλεπτα αργότερα, βρεθήκαμε κυκλωμένοι από πάνοπλους αμερικανούς στρατιώτες, που ουρλιάζοντας και χειρονομώντας μας ξάπλωσαν καταγής και προχώρησαν σ’ ένα εξονυχιστικό έλεγχο. Αφού διέλυσαν το συγκεντρωμένο πλήθος πυροβολώντας στον αέρα, έλεγξαν τα έγγραφά μας προσεκτικά και απαίτησαν να ενημερωθούν διεξοδικά για τους λόγους της παρουσίας μας στο Αφγανιστάν. Στη συνέχεια μας πήραν το φιλμ και το κατέστρεψαν μπροστά μας με προκλητικό τρόπο. Ιδιαίτερα εριστικοί και προσβλητικοί, μας προειδοποίησαν να μην ξανατολμήσουμε να προβούμε σε παρόμοιες ενέργειες, γιατί δεν θα δίσταζαν να μας «κόψουν τον κώλ..», όπως μας διαμήνυσαν με άψογη αμερικανική προφορά!
Κανταχάρ! Ή αλλιώς Αλεξάνδρεια η Αραχωσίας. Άλλη μια «κόρη» του Μακεδόνα στρατηλάτη στο έδαφος της Βακτριανής. Στις μέρες μας, η Κανταχάρ συνεχίζει να αποτελεί προπύργιο των Ταλιμπάν, οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν δυνατά ερείσματα μεταξύ των ντόπιων κατοίκων. Οι Ταλιμπάν, παρά το γεγονός ότι νικήθηκαν και εκδιώχθηκαν από την εξουσία το 2001, κατάφεραν σταδιακά να ανασυνταχθούν και να περάσουν στην αντεπίθεση, δρώντας σαν αντάρτικες ομάδες κυρίως στα νοτιοανατολικά της χώρας. Τα χτυπήματα που κατά καιρούς έχουν καταφέρει στις αμερικανικές δυνάμεις είναι όντως σημαντικά, ενώ δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην περιοχή της Κανταχάρ οι Αμερικανοί έχουν εγκαταστήσει το μεγαλύτερο στρατόπεδό τους στο Αφγανιστάν.
Οι στενές σχέσεις Ταλιμπάν-Κανταχάρ αποτέλεσαν την αιτία ώστε η πόλη του αφγανικού νότου να βομβαρδιστεί ανελέητα από τους αμερικανικούς πυραύλους το 2002, με αποτέλεσμα το 1/3 της πόλης να ισοπεδωθεί.
Οι εικόνες που αντικρίζαμε τριγυρνώντας στα όρια της Κανταχάρ δεν μας άφησαν άλλωστε πολλά περιθώρια για να αμφισβητήσουμε τα λεγόμενα των ντόπιων συνομιλητών μας. Η όψη που παρουσίαζε η πόλη, παρά την εκτεταμένης κλίμακας ανοικοδόμηση που έχει ξεκινήσει τα δύο τελευταία χρόνια, ήταν δυστυχώς τραγική.
ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΧΟΙ
«Η διαδρομή Κανταχάρ – Καμπούλ είναι μια από τις πιο επικίνδυνες στο Αφγανιστάν, λόγω των επιθέσεων που συχνά-πυκνά επιχειρούν οι Ταλιμπάν σε διερχόμενα οχήματα και κυρίως στις αμερικανικές στρατιωτικές φάλαγγες. Συνήθως τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς δίπλα στο δρόμο (roadside bombs) και τους πυροδοτούν από μακριά με τηλεχειριστήριο. Γι’ αυτό αποφύγετε να ακολουθείτε από κοντινή απόσταση τα διάφορα διερχόμενα στρατιωτικά κομβόι. Επίσης, να ξέρετε ότι υπάρχουν παντού ελεύθεροι σκοπευτές και από τα δύο στρατόπεδα…».
Έχοντας κατά νου τις νουθεσίες των ντόπιων, ξεκινούσαμε αρκετά αγχωμένοι εκείνα τα ξημερώματα για να διατρέξουμε τα 480 χλμ. που μας χώριζαν από την αφγανική πρωτεύουσα. Και τελικά, ο «αντίπαλος» κυριολεκτικά μας έπιασε στον ύπνο, αφού σε ανύποπτο χρόνο, από έναν παρακείμενο λόφο δεχτήκαμε τα πυρά ενός ελεύθερου σκοπευτή, που προφανώς μας είχε θεωρήσει ανθρώπους του εχθρού. Δύο εκκωφαντικοί πυροβολισμοί αντήχησαν στα αυτιά μας, ενώ το ένστικτο της επιβίωσης ήταν αυτό που άνοιξε αστραπιαία το γκάζι της μοτοσυκλέτας, που μετατράπηκε σ’ έναν πύραυλο …εδάφους-αέρος! Αρκετά χιλιόμετρα αργότερα, όταν βρήκαμε το ψυχικό σθένος να σταματήσουμε, το σημάδι που είδαμε στο κράνος της Όλγας ήταν αυτό μιας σφαίρας που είχε εξοστρακιστεί! Μετά τις ληστείες, τα ναρκοπέδια και τα τσιράκια του Μπους, μάς την είχαν πέσει μάλλον και οι Ταλιμπάν.
Αν τελικά καταφέρναμε να βγούμε ζωντανοί από το Αφγανιστάν, σίγουρα κανείς δεν θα μας πίστευε.
Στη διάρκεια της τετραήμερης παραμονής μας στην Καμπούλ, η γνωριμία μας με τη πόλη έγινε μ’ ένα αυτοκίνητο που μισθώσαμε μέσω του ξενοδόχου μας. Το επέβαλλαν λόγοι ασφαλείας, αλλά κυρίως ο αυξημένος κίνδυνος κλοπής της
μοτοσικλέτας στην Καμπούλ. Άλλωστε, στην τιμή των 40$ την ημέρα συμπεριλαμβανόταν και ο οπλισμένος οδηγός!
Η Καμπούλ ήταν μια σκέτη τραγωδία! Δεν περιμέναμε να δούμε φυσικά την κοσμοπολίτικη Καμπούλ της δεκαετίας του 1960, αλλά ούτε και αυτό το δράμα που αντίκρισαν τα μάτια μας. Μεγάλο μέρος της πόλης είχε μετατραπεί σ’ ένα τεράστιο στρατόπεδο με συρματοπλέγματα, μπάρες ασφαλείας, πανύψηλους τοίχους και πάνοπλους στρατιώτες, ενώ εντονότατη ήταν η παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων στους δρόμους της πρωτεύουσας
ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΛΑΟΣ
Η μεθοριακή πόλη Turham, 210 χλμ. ανατολικά της Καμπούλ, ήταν η πύλη απ’ όπου θα δραπετεύαμε προς το γειτονικό Πακιστάν. Χρειάστηκαν ωστόσο συνολικά 9 ώρες οδήγησης (και μια ενδιάμεση διανυκτέρευση στη πόλη Jalalabad) για να καλύψουμε τη συγκεκριμένη απόσταση και να ολοκληρώσουμε έτσι το οδοιπορικό μας στη γη του Αφγανιστάν.
Στην βορειοανατολική εσχατιά του Αφγανιστάν έπεσε τελικά η αυλαία ενός οδοιπορικού δύο αθεράπευτα ρομαντικών, πλην ανυποψίαστων ταξιδιωτών. Έτοιμοι να κάνουμε τη συνοριακή υπέρβαση, από τις τσέπες των μπουφάν μας δεν βγήκαν τα διαβατήρια. Δεν χρειάστηκαν άλλωστε αφού κανείς δεν μας τα ζήτησε! Αντίθετα, οι χούφτες μας γέμισαν με όσα αφγάνι μάς είχαν περισσέψει και πλησιάζοντας μια γυναικεία φιγούρα με μπούρκα που βρισκόταν κάτω από ένα δέντρο τα εναποθέσαμε στην απλωμένη της παλάμη. Δεν ήταν μια πράξη ελεημοσύνης, αλλά μια συμβολική κίνηση βοήθειας και σεβασμού απέναντι σ’ έναν περήφανο, σκληροτράχηλο λαό με ανυπόταχτο χαρακτήρα, που αιώνες τώρα έχει μάθει να μάχεται και να υπερασπίζεται το χώρο, την ιστορία και τις παραδόσεις του. Γι’ αυτό άλλωστε στο Αφγανιστάν, τη γη της αρχαίας Βακτριανής, οι γυναίκες εξακολουθούν να φορούν μπούρκα και οι άντρες να κρατούν όπλα!
|